«ουκ εμού, αλλά του λόγου ακούσαντες σοφόν έστιν Έν πάντα είναι»


Ό Φυσικός Κόσμος είναι Ζωντανός και Θεϊκός, έχει Νόηση και Βούληση.



«ὁ θεὸς ἡμέρη εὐφρόνη, χειμὼν, θέρος, πόλεμος εἰρήνη, κόρος, λιμός , ἀλλοιοῦται δὲ ὅκωσπερ (πῦρ), ὁπόταν συμμιγῇ θυώμασιν, ὀνομάζεται καθ᾽ ἡδονὴν ἑκάστου.»

Δηλαδή:Ο θεός είναι ημέρα, νύχτα, χειμώνας, καλοκαίρι, πόλεμος, ειρήνη, κορεσμός και πείνα και αλλάζει ακριβώς όπως το πύρ: όποτε αναμιχθεί με θυμιάματα, ονομάζεται ανάλογα με την (διαφορετική) οσμή του καθενός από αυτά τα θυμιάματα.

«κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα.»

Δηλαδή: Αυτόν εδώ τον κόσμο, τον ίδιο για όλους, ούτε κανείς θεός ούτε άνθρωπος τον έπλασε, αλλ' ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.

«Οὐ κατὰ χρόνον εἶναι γενητὸν τὸν κόσμον, ἀλλὰ κατ᾿ ἐπίνοιαν.»

Δηλαδή: Ο συμπαντικός κόσμος δεν γεννιέται εντός του χρόνου, ( και δεν γεννήθηκε σε κάποια «χρονική στιγμή μηδέν», αλλά το σύμπαν γέννησε τον ίδιο του τον εαυτό ) και (εφόσον είναι πνευματική Οντότητα με βούληση και νόηση) γεννιέται «κατ᾿ ἐπίνοιαν». Η φράση δείχνει επίσης ότι το πνεύμα είναι η ζωοποιός και δημιουργός δύναμη εντός του σύμπαντος, και όχι ο υλικός χρόνος με την έννοια ενός υλιστικού «ντετερμινισμού», καθώς και την οντολογικήν διαδοχήν του Κόσμου εκ του Ενός.

(O Ιππόλυτος αναφερόμενος σε αυτά στον Ηράκλειτο:) «Τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνὸς, τουτέστι κατευθύνει, κεραυνὸν τὸ πῦρ λέγων τὸ αἰώνιον λέγει δὲ καὶ φρόνιμον τοῦτο εἶναι τὸ πῦρ καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ὅλων αἴτιον· καλεῖ δ` αὐτὸ χρησμοσύνην καὶ κόρον· χρησμοσύνη δέ ἐστιν ἡ διακόσμησις κατ᾿ αὐτὸν, ἡ δὲ ἐκπύρωσις κόρος. »

Δηλαδή: Tα πάντα τα κατευθύνει ο Κεραυνός, αποκαλώντας κεραυνό το πυρ το αιώνιον, το οποίο διαθέτει φρόνηση και είναι το αίτιο της διοικήσεως του Σύμπαντος. (Ο Κευρανός είναι επίσης και το σύμβολο του Ολυμπίου Διός). Ονομάζει το πυρ χρησμοσύνη και κόρον, χρησμοσύνη είναι η διακόσμησις (δηλαδή η γέννεσις και η δημιουργία τόσο εντός του κόσμου όσο και του ιδίου του κόσμου) και κόρος η εκπύρωσις (δηλαδή ο θάνατος, η φθορά και η καταστροφή τόσο εντός του κόσμου όσο και του ιδίου του κόσμου)


Σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή αρχαία παράδοση και φυσικά στον Ελληνισμό, το Σύμπαν δεν είναι μόνο υλικό, αλλά έχει πνευματική διάσταση , έχει Νόηση και Βούληση. Το ζωτικό στοιχείο του Κόσμου, η Ουσία του , είναι το πνεύμα που το διαπνέει. Ο Κόσμος δεν έχει μια καθολική χρονική αρχή και ένα καθολικό οριστικό τέλος, όπως παρουσιάζουν τα πράγματα διάφορες αιρέσεις του Ιουδαϊσμού, ούτε εξελίσσεται «γραμμικά», αλλά επαναδημιουργείται και καταστρέφεται μέσα από μια κυκλική ροή, που χαρακτηρίζει κάθε τι στο Σύμπαν (π.χ. την συνεχή εναλλαγή των εποχών, την συνεχή εναλλαγή της μέρας και της νύχτας κλπ) . Το «ἀείζωον καὶ ἀείπνοον πυρ» δεν είναι άλλο από το Θεϊκό πνεύμα που είναι η Πηγή ολόκληρης της Φυσικής Κοσμικής Αρμονίας, της Δημιουργίας, της Καταστροφής, Φυσικής Κοσμικής Τάξεως και τον Φυσικού Κοσμικού Νόμου.

Διάφορες εκφυλισμένες θρησκευτικές προσεγγίσεις, παρουσιάζουν τον Φυσικό Κόσμο όχι ως Πνευματική Θεϊκή Οντότητα, αλλά ως ένα κατώτερο και μη Θεϊκό υλικό κτίσμα που ο «Θεός» δημιούργησε «σε επτά ημέρες», με μια και μοναδική αρχή, γραμμική εξέλιξη και ένα και μοναδικό τέλος, που θα συμβαδίζει με την «τελική κρίση». Ο  «Θεός» αποτελεί μια εντελώς υπερβατική αρχή , που κάποια στιγμή αποφασίζει να δημιουργήσει κάτι έξω από τον εαυτό του, τον Κόσμο. Παρουσιάζουν τον «Θεό»  όχι ως τον Κοσμικό Άξονα από τον οποίον πηγάζει άμεσα η Φυσική Αρμονία, αλλά ως έναν εντελώς εκτός Φύσεως αρχικό κατασκευαστή και  αφέντη της Φύσεως.

Ως «Αρμονία» δεν θεωρούν κάποια Κοσμική Αρμονία, αλλά μια κατάσταση που «συμβαδίζει με την θέληση και βούληση του Θεού», την οποία όμως «γνωρίζει» και ανακοινώνει το «ιερατείο». Έτσι το «ιερατείο» έχει το προνόμιο να ανακοινώνει τις δικές του τάσεις για εξουσία πάνω στις μάζες, ως «θέληση του Θεού», ισχυριζόμενο ότι οι «νόμοι» του και οι εντολές του, προέρχονται κατευθείαν από τον Θεό  και δόθηκαν σε αυτούς «ἑξ αποκαλύψεως»! Και το «ποίμνιο» δεν έχει κανένα κριτήριο ελέγχου της ορθότητος των όσων του διδάσκει το ανίερο «Ιερατείο» πέραν από τις γραφές, δηλαδή τα όσα έγραψε το «Ιερατείο» παλαιότερων εποχών. Ενώ στις Ινδοευρωπαϊκές παραδόσεις, ο κάθε άνθρωπος που έχει αρχίσει να προσεγγίζει την πραγματική έννοια της Ιερότητος, έχει την δυνατότητα να αξιολογήσει ο ίδιος μόνος του, χωρίς να χρειάζεται να ρωτήσει  «Ιερατείο» , αν κάτι συμβαδίζει ή όχι με τον Κοσμικό Θεϊκό Νόμο, «ακούγοντας τον Λόγο» με την έννοια που το εννοεί ο Ηράκλειτος ( «οὐκ ἐμοῦ, ἀλλὰ τοῦ λόγου ἀκούσαντας»). Βεβαίως δεν προσεγγίζουν όλοι οι άνθρωποι στο ίδιο επίπεδο την πραγματική έννοια της ιερότητος  ενώ αρκετοί δεν την προσεγγίζουν σχεδόν καθόλου.

Στις εκφυλισμένες λοιπόν θρησκευτικές προσεγγίσεις το περιεχόμενο της «Ιερότητος» είναι ένα πνευματικό και νοητικό κατασκεύασμα ανθρώπων, «ιερέων», που ισχυριζόμενοι ότι έλαβαν κάποια Θεϊκή αποκάλυψη, διαμόρφωσαν και διαστρέβλωσαν την έννοια του πραγματικά Ιερού που έλαβαν κυρίως από ξένες παραδόσεις, προσαρμόζοντάς την στα δικά τους πρότυπα.

Στην αυθεντική Αρία παράδοση, αλλά και σε πολλές άλλες αυθεντικές παραδόσεις άλλων Φυλών, η Ιερότης δεν είναι κατασκεύασμα ανθρώπων , ούτε ιερέων ούτε φιλοσόφων, αλλά είναι Κοσμική και Θεϊκή. Και οι αληθινοί φιλόσοφοι και οι αληθινοί ιερείς είναι αυτοί που έχουν την ικανότητα συλλαμβάνουν σε μεγαλύτερο βαθμό την Αλήθεια και την Ιερότητα από ότι οι υπόλοιποι άνθρωποι και μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στο να βοηθήσουν και όσους από τους υπόλοιπους να ανέβουν πνευματικά. Όμως ο καθένας μπορεί να αρχίσει να τις ανακαλύπτει αυτές τις αλήθειες, δίχως να είναι ούτε φιλόσοφος ούτε ιερέας, αλλά «ακούγοντας τον λόγο» που βρίσκεται και γύρω του και προπαντός μέσα στην ίδια την Ψυχή του. Οι αλήθειες δεν πηγάζουν αποκλειστικά από το Ιερατείο και την μελέτη των γραφών του.

Όσο για την Φυσική Αρμονία, οι εκφυλισμένες θρησκευτικές προσεγγίσεις την εμφανἰζουν ως ένα υλικό κατασκεύασμα του «Θεού», χωρίς πνευματική υπόσταση, και τους νόμους της ως αντικείμενο μελέτης μιας βέβηλης «επιστήμης» του εμπορίου και της παραγωγής, από την οποία έχει αποκλειστεί κάθε μορφή ενοράσεως, διορατικότητος, πνευματικότητος και ιερότητος , που ήταν τα θεμέλια της πραγματικής επιστήμης στους παραδοσιακούς αρχαίους πολιτισμούς.

«Ἕν πάντα εἶναι» λέγει ο Ηράκλειτος. Η Ινδοευρωπαϊκή και πολλές αρχέγονες φυλετικές παραδόσεις, θεωρούν τον κάθε άνθρωπο ως ένα ακόμη ζωντανό κύτταρο ενός ενιαίου Οργανισμού, του έμψυχου Συμπαντικού Κόσμου, και την ίδια την Ψυχή του κάθε ανθρώπου, να είναι φτιαγμένη από αυτήν την Ουσία του Ενός, δηλαδή να περιέχει μέσα της στοιχεία από την δομή ολόκληρου του Σύμπαντος, στοιχεία από την αληθινή διάσταση του Θεού.

Αντίθετα οι εκφυλισμένες θρησκευτικές παραδόσεις αποκόπτουν τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τον Άνθρωπο με τον Φυσικό Κόσμο και το Πνεύμα του , δηλαδή αποκόπτουν τον Άνθρωπο από τον Αληθινό Θεό. Αποκόπτουν τον Άνθρωπο και από την ίδια του την πραγματική πνευματική και ΘεΪκή του Φύση και τον μετατρέπουν σε «ιδιώτη».

Και εκτός από την πνευματική του Φύση, αποκόπτουν τον Άνθρωπο και από την υλική του φύση, που αντί για «ναό του πνεύματος» όπως θεωρούσαν το σώμα οι Αρχαίοι Έλληνες και οι άλλοι Ινδοευρωπαϊκοί  λαοί, θεωρούν κάποιες από τις βασικές Φυσικές βιολογικές του λειτουργίες όπως π.χ. αυτές που συσχετίζονται με την αναπαραγωγή, ως βρώμικες και αμαρτωλές, για τις οποίες οι άνθρωποι είτε πρέπει να αδιαφορούν είτε να ντρέπονται.

Αυτή η αποκοπή του Ανθρώπου από τον Κοσμικό Άξονα και τον Αληθινό Θεό , αλλά και από την ίδια του την Ανθρώπινη Φύση (πνευματική και υλική) και η έλλειψη κάθε σεβασμού στον Αληθινά Θεϊκό Φυσικό Νόμο, αυτή η αποκοπή και από την Πνευματική Θεϊκή Διάσταση του Σύμπαντος , είναι που έχει οδηγήσει στις ανθρώπινες κοινωνίες του Χάους και του Υλισμού, στην περιβαλλοντική καταστροφή από τον άνθρωπο του έργου της Φύσεως (και καθώς και οι Φυλές είναι έργο της Φύσεως και στην Εθνική και Φυλετική καταστροφή). Αυτή ακριβώς η αποκοπή είναι που μετάλλαξε τον Λευκό άνθρωπο και τον μετέτρεψε από Φυσική Αρμονική Οντότητα σε ναυαγό πάνω στην Φύση , χαμένο ανάμεσα στα ερείπια, χωρίς καμιά Φυσική Συμπαντική και στην πραγματικότητα χωρίς καμιά πραγματική Θεϊκή πυξίδα.