«ουκ εμού, αλλά του λόγου ακούσαντες σοφόν έστιν Έν πάντα είναι»


Ο Φυσικός Νόμος στον Ηράκλειτο.





«ξὺν νόῳ λέγοντας ἰσχυρίζεσθαι χρὴ τῷ ξυνῷ πάντων, ὅκωσπερ νόμῳ πόλις,
καὶ πολὺ ἰσχυροτέρως· τρέφονται γὰρ πάντες οἱ ἀνθρώπειοι νόμοι ὑπὸ ἑνὸς
τοῦ θείου· κρατεῖ γὰρ τοσοῦτον ὁκόσον ἐθέλει καὶ ἐξαρκεῖ πᾶσι καὶ περιγίνεται.»

Δηλαδή:
Για να μιλήσει κανείς με νου πρέπει να στηρίζεται σ' αυτό που είναι κοινό στα πάντα (στον κοινό λόγο), όπως ακριβώς μια πόλη πρέπει να στηρίζεται στο νόμο της, και πολύ ισχυρότερα. Γιατί όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από τον ένα, τον θεϊκό• γιατί αυτός κυριαρχεί όσο ακριβώς θέλει, επαρκεί για τα πάντα και περισσεύει.

«νόμος καὶ βουλῇ πείθεσθαι ἑνός.»

Δηλαδή: Νόμος είναι η πειθαρχία στην θέληση του Ενός.

«σωφρονεῖν ἀρετὴ μεγίστη, καὶ σοφίη ἀληθέα λέγειν καὶ ποιεῖν κατὰ φύσιν ἐπαΐαντας. »

Δηλαδή: Η σωφροσύνη είναι η πιο μεγάλη αρετή, και σοφία είναι το να λέει κανείς την αλήθεια και να πράττει σύμφωνα με την Φύση, ακούγοντας την.

«μάχεσθαι χρὴ τὸν δῆμον ὑπὲρ τοῦ νόμου ὅκωσπερ τείχεος.»

Δηλαδή: Ο λαός πρέπει να μάχεται για το νόμο όπως ακριβώς για τα τείχη του.

Όποιος είναι ικανός να «ακούσει» τον Κοινό Λόγο, μπορεί να προσεγγίσει την έννοια του Φυσικού Θεϊκού Νόμου, που είναι αιώνιος και από αυτόν διέπονται τα πάντα στο σύμπαν. Ο πραγματικός Νόμος , δεν είναι κανόνες φτιαγμένοι από ανθρώπους, αλλά είναι η πειθαρχία στην θέληση του Ενός (υπό την έννοια το Ενός όπως την προσδιορίσαμε στην ενότητα 1.3). Γι αυτό οι Νόμοι που είναι φτιαγμένοι από ανθρώπους, οι Νόμοι της Πολιτείας, πρέπει να είναι εναρμονισμένοι με τον Φυσικό Θεϊκό Νόμο.

Σοφία για τους ανθρώπους είναι ο εναρμονισμός της ζωής τους , των κοινωνιών τους και των Νόμων της Πολιτείας τους με τον Φυσικό Νόμο, ο οποίος προέρχεται από τον Θεό. Και πρέπει να μάχονται για αυτόν τον σκοπό, όπως πρέπει να μάχονται και για τα τείχη τους.


Η παραπάνω διαπίστωση, δεν αποτελεί κάποια «υποκειμενική άποψη» του Ηρακλείτου αλλά στην καταγραφή από τον Ηράκλειτο της προσεγγίσεως μιας Κοσμικής και Θεϊκής Αληθείας που ήταν σε όλους τους Ινδοευρωπαϊκούς πολιτισμούς, οπουδήποτε αναπτύχθηκαν, μέσα στα βάθη των αιώνων και των χιλιετηρίδων.

Η προσέγγιση του Νόμου έρχεται μέσα από την εσωτερική πνευματική αναζήτηση ( κατά τον τρόπο που περιγράψαμε στην ενότητα 1.5).

Η κατάπτωση των θρησκειών σε «ιερατικούς» μηχανισμούς επικυριαρχίας, ήρθε να αντικαταστήσει την Κυριαρχία του Φυσικού Νόμου πάνω στους νόμους των ανθρώπων, με «νόμους» που θα κατασκεύαζαν ως «Θεϊκούς» οι αυτόκλητοι «εκπρόσωποι» του αποκομμένου από κάθε Κοσμολογική και πραγματική Μεταφυσική διάσταση «Θεού», ώστε να μπορούν οι ίδιοι, παρότι ήταν ανάξιοι, να κυριαρχούν , εξαπατώντας, εξουσιάζοντας και χρησιμοποιώντας τις μάζες και να τις εκμεταλλεύονται υλιστικά, λειτουργώντας πάνω τους με εντελώς παρασιτικό τρόπο.

Ο Ύμνος στον Δια του Κλεάνθους.
Την Θεϊκή προέλευση του Φυσικού Νόμου και του Κοινού λόγου, βλέπουμε και στον ύμνο στον Δία, του Στωϊκού φιλοσόφου Κλεάνθους (331 / 330-232 π.Χ.) Πρώην πυγμάχος αθλητής, έφθασε στην Αθήνα γύρω στο έτος 282, με μόνον 4 δραχμές στο πουγκί του, όπου σπούδασε Φιλοσοφία υπό τον κυνικό Κράτητα αλλά κυρίως υπό τον Ζήνωνα επί 14 πλήρη έτη, όντας υποχρεωμένος, κατά την παράδοση, να κερδίζει τα προς το ζήν με νυκτερινή εργασία αρτεργάτου ή άντληση ύδατος για λογαριασμό ενός κηπουρού. Λέγεται ότι οι Αθηναίοι πολίτες, παρατηρώντας ότι ήταν υγιής και δυνατός και παρευρίσκετο ανελειπώς στις παραδόσεις του Ζήνωνος, παρά το ότι δεν είχε φανερούς οικονομικούς πόρους, τον παρέπεμψαν στον Άρειο Πάγο, κατά τα νόμιμα της πόλεως, ώστε να εξηγήσει από πού αντλούσε τα προς το ζήν. Όταν κατέθεσαν υπέρ του ο κηπουρός για λογαριασμό του οποίου αντλούσε νερό και η γυναίκα στον αλευρόμυλο και φούρνο της οποίας εργαζόταν, οι δικαστές συνεκινήθησαν σε τέτοιον βαθμό για την αφοσίωσή του στην Φιλοσοφία, ώστε εψήφισαν να του χορηγηθούν τιμής ένεκεν δέκα μναί από το ταμείο της πόλεως. Δεν δέχθηκε ωστόσο να δεχθεί το χρηματικό βραβείο.


Ύμνος εις Δία.

Kύδιστ᾽ ἀθανάτων, πολυώνυμε παγκρατὲς αἰεὶ
Ζεῦ φύσεως ἀρχηγέ, νόμου μετὰ πάντα κυβερνῶν,
χαῖρε· σὲ γὰρ πάντεσσι θέμις θνητοῖσι προσαυδᾶν.
ἐκ σοῦ γὰρ γενόμεσθα, θεοῦ μίμημα λαχόντες
μοῦνοι, ὅσα ζώει τε καὶ ἕρπει θνήτ᾽ ἐπὶ γαῖαν·
τῷ σε καθυμνήσω, καὶ σὸν κράτος αἰὲν ἀείσω.
σοὶ δὴ πᾶς ὅδε κόσμος ἑλισσόμενος περὶ γαῖαν
πείθεται ᾗ κεν ἄγῃς, καὶ ἑκὼν ὑπὸ σεῖο κρατεῖται·
τοῖον ἔχεις ὑποεργὸν ἀνικήτοις ἐνὶ χερσὶν
ἀμφήκη πυρόεντ᾽ αἰειζώοντα κεραυνόν·
τοῦ γὰρ ὑπὸ πληγῇς φύσεως πάντ᾽ ἔργα τελεῖται·
ᾧ σὺ κατευθύνεις κοινὸν λόγον, ὅς διὰ πάντων
φοιτᾷ μιγνύμενος μεγάλῳ μικροῖς τε φάεσσιν
‹ὅς τόσσος γεγαὼς ὕπατος βασιλεὺς διὰ πάντος.›
οὐδέ τι γίγνεται ἔργον ἐπὶ χθονὶ σοῦ δίχα, δαῖμον,
οὔτε κατ᾽ αἰθέριον θεῖον πόλον, οὔτ᾽ ἐνὶ πόντῳ,
πλὴν ὁπόσα ῥέζουσι κακοὶ σφετέραισιν ἀνοίαις.
ἀλλὰ σὺ καὶ τὰ περισσὰ ἐπίστασαι ἄρτια θεῖναι,
καὶ κοσμεῖν τἄκοσμα, καὶ οὐ φίλα σοὶ φίλα ἐστίν.
ὧδε γὰρ εἰς ἕν πάντα συνήρμοκας ἐσθλὰ κακοῖσιν,
ὥσθ᾽ ἕνα γίγνεσθαι πάντων λόγον αἰὲν ἐόντα.
ὅν φεύγοντες ἐῶσιν ὅσοι θνητῶν κακοί εἰσιν,
δύσμοροι, οἵ τ᾽ ἀγαθῶν μὲν ἀεὶ κτῆσιν ποθέοντες
οὔτ᾽ ἐσορῶσι θεοῦ κοινὸν νόμον οὔτε κλύουσιν,
ᾧ κεν πειθόμενοι σὺν νῷ βίον ἐσθλὸν ἔχοιεν·
αὐτοὶ δ᾽ ἐπὶ κερδοσύνας τετραμμένοι οὐδενὶ κόσμῳ
ἄλλοι δ᾽ εἰς ἄνεσιν καὶ σώματος ἡδέα ἔργα
<αλλά κακοίς επέκυρσαν>, ἐπ᾽ ἄλλοτε δ᾽ ἄλλα φέρονται,
σπεύδοντες μάλα πάμπαν ἐναντία τῶνδε γενέσθαι.
ἀλλὰ Ζεῦ πάνδωρε κελαινεφὲς ἀργικέραυνε,
ἀνθρώπους ῥύου ‹μὲν› ἀπειροσύνης ἀπὸ λυγρῆς·
ἥν σύ, πάτερ, σκέδασον ψυχῆς ἄπο, δὸς δὲ κυρῆσαι
γνώμης, ᾗ πίσυνος σὺ δίκης μέτα πάντα κυβερνᾷς,
ὄφρ᾽ ἂν τιμηθέντες ἀμειβώμεσθά σε τιμῇ,
ὑμνοῦντες τὰ σὰ ἔργα διηνεκές, ὡς ἐπέοικε
θνητὸν ἐόντ᾽, ἐπεὶ οὔτε βροτοῖς γέρας ἄλλο τι μεῖζον
οὔτε θεοῖς, ἢ κοινὸν ἀεὶ νόμον ἐν δίκῃ ὑμνεῖν